Πατέρα – ό,τι δεν πρόλαβα να πω

Πατέρα - ό,τι δεν πρόλαβα να πω

Πατέρα – ό,τι δεν πρόλαβα να πω

Δύο μονάχα λέξεις. Τις ένιωθα μέσα μου. Ήθελα να στις πω. Είχα ανάγκη να στις πω. Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να φοβάμαι. Από εκείνη την ώρα που άρχιζα να ψάχνω τον κόσμο. Κάθε φορά που ένιωθα να με διαπερνά η παγωνιά του θανάτου.

Τις αναζητούσα σαν παρηγοριά. Αυτή που δεν μπορούσε κάνεις άλλος να μου δώσει και να νιώσω σιγουριά και ασφάλεια. Να σταματήσω να φοβάμαι… Πως δε θα συμβεί κάτι και θα την χάσω. Πως δε θα μου ζητηθεί να την αφήσω να χαθεί μέσα από τα χέρια μου. Δίχως καν να προλάβω να νιώσω την ευεργεσία της. Γιατί, πατέρα, μόνο σ’ εσένα ένιωθα πως θα μπορούσα να πω αυτές τις δύο λέξεις, δίχως ποτέ να φοβηθώ πως θα υπέγραφα συμβόλαιο, μαζί σου. Με όρους και προϋποθέσεις. Πως θα στις έλεγα και θα ερχόταν κάποτε η ώρα, που θα τις έβλεπα να επέστρεφαν στο σπίτι μου, πληγωμένες, κουρασμένες. Ματαιωμένες, δίχως ελπίδα πως ίσως και να υπάρχει ένα καταφύγιο, που δεν πρόκειται ποτέ να σε προδώσει. Ένα καταφύγιο κρυμμένο στα δύο, γαλανά μάτια σου.

Γαλάζια σαν τη θάλασσα του Ιόνιου, που έβρεχε το χωριό που γεννήθηκες. Δύο πληγωμένα παιδικά μάτια, που ποτέ δεν μπόρεσαν να λησμονήσουν πως και αυτά στερήθηκαν από τα δώδεκα κιόλας χρόνια της ζωής σου, τους δικούς σου γονείς. Γιατί ούτε και εσύ πρόλαβες να ακούσεις αυτές τις δύο λέξεις από το δικό σου πατέρα. Να νιώσεις και εσύ, τα χάδι της δικής του πατρικής αγκαλιάς. Να ζεστάνεις τη μοναξιά σου, όταν κι εσύ χρειαζόταν να επιβιώσεις μόνος σου σαν δωδεκάχρονο αγόρι. Δίχως ούτε εσύ να προλάβεις να απολαύσεις την προστασία από τον παππού Μιχάλη. Τον άντρα – που όπως πάντα μου έλεγες – είχα την τύχη να έχω τα μάτια και το όνομα του. Μιχάλης… που σημαίνει Δύναμις Κυρίου, για να κουβαλώ σαν προστασία στις δοκιμασίες της ζωής μου, τη δύναμη ενός Αρχάγγελου προστάτη.

Περισσότερο όμως τη δύναμη και την αγάπη ενός παππού, που κι αυτός στερήθηκε το παιδί του. Ούτε ποτέ πρόλαβε να απολαύσει το εγγόνι που φέρνει το δικό του όνομα. Και αυτό ίσως ήταν η μεγαλύτερη πληγή σου. Γιατί ποτέ και κανείς δεν μπόρεσε να σε λυτρώσει από την απώλεια αυτών των δύο λέξεων, που εσύ πρώτος στερήθηκες.

Το ξέρω, πατέρα. Δεν τα καταφέραμε τόσο καλά. Δεν βρήκαμε τον τρόπο ή και τη δύναμη, για να πούμε αυτές τις δύο λέξεις, ξανά και ξανά. Μέχρι να μην μας βασανίζει πια το φάντασμα της απουσίας τους.

Και σε κοιτώ τώρα, πάνω από το κρεββάτι σου, ξέροντας πως σε λίγο, αυτά τα δύο γαλάζια, παιδικά μάτια θα σβήσουν για πάντα. Τουλάχιστον, ας στο πω τώρα, κι ας το ακούσεις στη σιωπή: «Σ’ αγαπώ».

Του Γιάννη Δημογιάννη

σχετικοί σύδεσμοι: https://enallaktikidrasi.com/2014/07/ti-simainei-na-eisai-kalos-pateras/

Οδυσσέας Ελύτης: “Βαρύς ο κόσμος να τον ζεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε…”

Οιδίπους επί Κολωνώ… κι ένα Samsung

Τάκης Σινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Μάσκα: συνήθεια που έγινε λατρεία

Contact Us