Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος…κατω απ’το μαξιλάρι…

Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος…κατω απ’το μαξιλάρι…

Γράφει ο Ζήσης Ναούμ

Αξημερωτα έφτασε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ στο μεσοχωρι. Όλη τη νύχτα, στο ταξίδι απ’ την πρωτεύουσα, μπερδεύονταν στο νου του Στέφανου, ο ύπνος με το ξύπνιο. Σαν όνειρο, πως χωρίστηκαν με τον αδελφό του πάνω στην μάχη και χάθηκαν, πως βρέθηκε στην ξένη χώρα, πως έφτιαξε εκεί οικογένεια και πως τα παράτησε όλα για να γυρίσει πίσω.
Τριάντα χρόνια πέρασαν και χώρεσαν όλα σ’ ένα όνειρο.
Και τώρα εδώ. Χωρίς αποσκευές, χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Στην δεξιά τσέπη του σακακιού ένας σουγιάς. Στην αριστερή τα τσιγάρα του. Δεν χρειάζονταν τιποτ’ άλλο. Κατέβηκε απ’ το λεωφορείο ξένος πια ανάμεσα σε ξένους. Έριξε μια ματιά ένα γύρο, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η εκκλησία, το μπακάλικο και δύο καφενέδες. Τράβηξε ίσα ,πίσω απ’ την εκκλησία στο κοιμητήρι. Κι’ αυτό στη θέση του. Τα μνήματα είχαν περισσέψει. Βρήκε των γονιών του. Στάθηκε κάμποση ώρα ακίνητος. Δικαιούταν κι’ ο αδελφός του ένα, σκέφτηκε. Έκατσε σ’ ένα πεζούλι, άναψε τσιγάρο, το πιο πικρό που έχει καπνίσει.
Άκουσε βήματα, γύρισε το κεφάλι και είδε τον Νώντα που είχε έρθει να ελέγξει την επικράτεια του. Κοιταχτηκαν κάμποση ώρα, γνωρίστηκαν έκατσε δίπλα του τον κέρασε τσιγάρο. “Τι γυρεύεις εδώ;” τον ρώτησε μετά από λίγο ο Νώντας. “Να κλείσω τα τεφτέρια μωρ’ Νώντα, τρεις ζωές και καμμιά δεν χόρτασα, μια εδώ, μια έξω, μια στην πρωτεύουσα όλες χαμένες”
“Τρεις ζωές για ένα κιβουρι μωρ’ Στέφανε;” αποκρίθηκε εκείνος.
“Δύο κιβουρια Νώντα. Τρεις ζωές για δύο κιβουρια. Έμαθα πως είσαι καλός μάστορας, σκαψτα και όταν ξαναβρεθούμε-του έδειξε προς τα πανω- θα στα ξεπληρώσω.”
“Δεν τα ξέρεις όλα…” Επέμεινε ο Νώντας.
“Ότι χρειάζεται να ξερω…το ξέρω” απάντησε ο Στέφανος και σηκώθηκε να φύγει.
“Είναι από καλό νταμάρι, το κρίμα στο λαιμό σου…” του φώναξε, πριν τον δει να χάνεται πίσω απ’ τα δέντρα. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι σκέφτηκε. Να μην τυραγνιουντε άλλο…
Πήρε τον δρόμο ο Στέφανος για να βγει απ’ την άλλη μεριά του χωριού. Παντού σπίτια διπλοαμπαρωμενα. Ξανά φευγατοι όλοι. Έξω απ’ το σπίτι εκείνης κοντοσταθηκε. Την περίμενε τότε να ανέβουν μαζί στο βουνό. Δεν ήρθε, έσπασε η ζωή του στα τρία. Τι νόημα έχει τώρα; Κι αυτό διπλοαμπαρωμενο είναι. Μαλάκωσε λίγο η ψυχή του, εσκυψε έκοψε ένα μανουσακι και το στερέωσε στην αυλοπορτα. Όπως τότε, σημάδι για αντάμωμα. Όταν απομακρύνθηκε κάμποσο,μια σκιά ξεκόλλησε απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την αυλοπορτα. Χρόνια κλεισμένη στο κατώι απ’ τον πατέρα της, από τότε που την έπιασε με το δισάκι στον ώμο. Απ’ όταν πέθανε εκείνος και βγήκε έξω, τις σκιές προτιμάει. Περισσότερο τις μέσα της. Πήρε το λουλούδι στο χέρι της γύρισε προς το σπίτι, έκανε πεντεξι βήματα και σωριάστηκε. Δεν άντεξε παραπάνω η καρδιά της. Πρόλαβε να τραβήξει το χέρι της στο πλάι μην τσαλακώσει το μανουσακι της.
Εφτασε ο Στέφανος έξω απ’ την καλύβα, πήρε μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τον σουγιά, τον άνοιξε και με μια σμπρωξια στην πόρτα μπήκε μέσα στην καλύβα.
Πετάχτηκε απάνω ο Λάμπρος τρομαγμένος. Ύστερα…”εσύ είσαι Γιαννακο μου και με κοψοχολιασες; Βρήκες το δρόμο για το σπίτι μας;” είπε με παράπονο. Κερωσε ο Στέφανος. Έπεσε απάνω του ο Λάμπρος να τον αγκαλιάσει. Πισωπατησε βγάζοντας μια πνηχτη κραυγή. Πως να σφάξει έναν πεθαμένο; Πέταξε πέρα τον σουγιά, κι άρχισε να τρέχει. Χάθηκε στο δάσος. Κανείς δεν τον ξαναδε. Κάποιος είπε πως χρόνια έμεινε απάνω σε μια σχεδία δεμένος, στα διεθνή ύδατα μέχρι που βαρέθηκε κι’ έλυσε μοναχός του τους κάβους*.
Σαν τέλειωσε το σκάψιμο ο Νώντας, κίνησε για την καλύβα του Λάμπρου. Περνώντας απ’ το σπίτι εκείνης έριξε μια ματιά και την είδε στα μπρούμυτα. Μπήκε μέσα δεν έπιασε σφυγμο. Πήρε το λουλούδι απ’ το χέρι της και το καρφιτσωσε στα μαλλιά πάνω απ’ τ αυτί. Ύστερα συνέχισε τον δρόμο του προς το καλύβι. Έρχονταν συχνά εδώ, ειδικά τα βράδια που ούρλιαζαν τ’ αγρίμια. Έρχονταν κι’ ο άλλος αφορεσμενος και κάθονταν κάτω απ’ την βελανιδιά πίσω απ’ την καλύβα. Αμίλητοι άναβαν κάνα τσιγάρο. Καμμιά φορά, όταν σταματαγαν τα ουρλιαχτά κι’ ο αέρας έκοβε, έπιανε ο ένας το μοιρολόι κι’ ο άλλος κρατούσε το ίσο. Ύστερα άναβαν ένα τσιγάρο για τον δρόμο και χώριζαν. Αμίλητοι. Κι’ όπως χάνονταν μέσ’ την νύχτα, η καφτρα του τσιγάρου όπως κουνούσαν τα χέρια τους, μια μπρος μια πίσω πήγαινε. Όπως η ζωή τους.
Έφτασε έξω απ’ την πόρτα της καλύβας ο Νώντας, έστησε αυτί.
“… Θαρρείς θα σε περιμένω πολύ ακόμα Γιαννακο μου; Πόσο να αντέξω ο έρμος; Αλλιώς ναρθω να σε βρω εγώ…”
Κούνησε το κεφάλι του ο Νώντας, τράβηξε για το ρημαδιο του. Έφτασε, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Τράβηξε ίσα στον κηπακο του. Είχαν “δώσει” οι τριανταφυλλιές του. Τις μύρισε μια-μια και μια άγρια χαρά αστραψε στο βλέμμα του.
“Καλή αντάμωση μωρ’ τσουπρες μου” είπε και γύρισε μέσ’ στο σπίτι. Σήμερα σκέφτηκε έβαλα όλη την τέχνη μου. Κρίμα να το χαρεί ξένος το κιβουρι που περίσσεψε. Τράβηξε μια καρέκλα στο κέντρο του δωματίου. Εκείνη η τριχιά που κρέμονταν απ’ την μεσαία γρεντα, χρόνια τώρα, έπιασε τόπο…. Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος…κατω απ’το μαξιλάρι….Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος…κατω απ’το μαξιλάρι… Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος…κατω απ’το μαξιλάρι…

*Σκηνή απ’ την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου “Ταξίδι στα Κύθηρα”Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος…κατω απ’το μαξιλάρι…. Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος…κατω απ’το μαξιλάρι… Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος…κατω απ’το μαξιλάρι…

Ο Νώντας, ο Λάμπρος, ο Γιαννάκος, ο Στέφανος...κατω απ'το μαξιλάρι...

σχετικοί σύνδεσμοι: The Mirror – Ο καθρέφτης

Ρ. Κίπλινγκ: “Αν” (ποίημα)

Γουίτμαν – τι έγραψε πάνω στον τάφο

Τάμι Γκεκτσιάν: “Αθόρυβοι άνθρωποι”

https://www.facebook.com/zisis.naoum.13

https://www.cinemagazine.gr/themata/arthro/voyage_to_cythera-130985633/

Contact Us