Το χαμόγελο της Σιντούρου (σύντομο διήγημα)

Το χαμόγελο της Σιντούρου (σύντομο διήγημα)

του Γιάννη Δημογιάννη

Από τη στιγμή που η κ.Βούλα έμεινε χήρα, μετά τον αναπάντεχο θάνατο του αγαπημένου της Βαγγέλη, τι να τα έκανε δύο στρέμματα, δίχως ζωή, στην Εκάλη; Έχοντας κόψει τις γέφυρες και με κάποιους μετρημένους συγγενείς, η Βούλα είχε ξεμείνει με μία καρδιακή της φίλη από τα παλιά. Μόνο που η κ.Δέσποινα κατοικούσε δύο ώρες μακριά, στο Κερατσίνι. Ίσως, αυτός ήταν ο λόγος που η Βούλα ένιωθε κάπως παράταιρα, να επισκεπτόταν τη φίλη της.
Μία μέρα, λοιπόν, την αποπήρε η μοναξιά και είπε να επισκεφτεί τη φιλενάδα της κι ας την πλάκωναν όλες οι συμφορές της γειτονιάς της. Όμως, εκεί που είχε ανέβει το τριώροφο γιαπί και περίμενε να της ανοίξει η κ.Δέσποινα, την πόρτα ανοίγει η Σιντούρου, από τη Σενεγάλη.
Πήγαν και κάθισαν στο σαλονάκι, μετά το αναπάντεχο – «ακόμη πικρό τον πίνεις», της προτείνει η κ.Δέσποινα – «ναι, όπως τον ξέρεις», της απαντά η κ.Βούλα – έσπασε κάπως η αμηχανία, αρχίζουν να  λένε το κατιτίς, σε λίγο έρχεται και ο καφές, ψημένος απ’ τα χεράκια της Σιντούρου…
Η Σιντούρου ακουμπά τον βαρύ πικρό, ακριβώς όπως τον έπινε η κ.Βούλα, της σερβίρει και ένα πλατύ χαμόγελο, με κάτασπρη την οδοντοστοιχία, της λέει κι ένα «με την υγειά σας», σε άψογη προφορά και τότε η ψυχή της κ.Βούλας πήρε και μαύρισε.
Στην παρατεταμένη της σιωπή, η κ.Δέσποινα σουφρώνει τα χείλη.
«Ρε Βούλα, εμείς απόειδαμε να συναντηθούμε κι εσύ ήπιες το αμίλητο νερό», απορεί η κ. Δέσποινα. Πίνοντας μία γερή γουλιά, η κ.Βούλα, έγινε ποταμός μπροστά στη Δέσποινα, αλλά και την ανυποψίαστη Σιντούρου. «Μα πώς να φχαριστηθώ την επίσκεψη, Δεσποινά μου, μετά τόσο καιρό; Που σου χτυπώ την πόρτα και αντί για εσένα, κοψοχολιάστηκα. Δεν ξέρω ποιος πραγματικά μένει στο σπίτι, αν ζεις ή όχι, αν σε έχουν κλέψει οι Μαύροι – στην Εκάλη μάς έχουν ρημάξει – που τους πλησιάζεις στο μετρό και το δέρμα τους ζέχνει – και επιπλέον, τι να δω, με το καλημέρα σας; Εσύ, να κατοικείς με τούτη την άραχλη. Στ’ αλήθεια δε φοβήθηκες, που την έβαλες στη φτώχεια σου; Και καλά εσύ, δε σε συνέτισε κανένας δικός μας;»
Η κ.Δέσποινα αργεί να της απαντήσει, αλλά όταν ξεθολώνει, γυρνά προς την Σιντούρου, που ήδη είχε κατεβασμένο το κεφάλι και της εξηγεί: «Σιντούρου, πήγαινε στην κουζίνα, που έχουμε μαζέψει μία τσάντα πορτοκάλια, δώστα στην κυρία, άνοιξε – σε παρακαλώ, την πόρτα – και οδήγησε την, στην έξοδο».
Η κ.Βούλα κατεβαίνει με μία τσάντα πορτοκάλια.

Το χαμόγελο της Σιντούρου (σύντομο διήγημα)

Μετά από αρκετό καιρό, η κ. Δέσποινα μαθαίνει από κοινή γνωστή πως η Βούλα σπάει το ισχίο της, κομμάτια. Ήταν πολλές οι Ελληνίδες υπηρέτριες, που πέρασαν έκτοτε από το σπιτικό της, ένα σκασμό λεφτά της έφαγαν, μόνο η σκόνη και η πείνα την έζωσαν, αλλά προκοπή δε βρήκε σε καμία της, στο τέλος, μέχρι και στις Ρουμάνες και τις Βουλγάρες δοκίμασε την τύχη της, τα βράδια ο πόνος την λιάνισε, ο νους της σάλεψε, δίχως φροντίδα, δίχως ανθρωπιά.
Κάποτε, σκέφτηκε να ρίξει τα μούτρα, αναζήτησε τη φίλη της από το Κερατσίνι.
Στο τηλέφωνο που πήρε, καμία από τις δύο γυναίκες δεν απάντησε στην αναγνώριση. Το χαμόγελο της Σιντούρου (σύντομο διήγημα)

σχετικοί σύνδεσμοι: Η κάθαρση ως απάντηση στα «έπρεπε»

Αναζητώντας ένα αδειανό πουκάμισο

Μιγκέλ Θερβάντες – Τρέλα και λογική

Μπέρτραντ Ράσελ: ακτιβιστής και βαθιά ειρηνιστής

https://gr.depositphotos.com/stock-photos/%CF%81%CE%B1%CF%84%

 

Contact Us