Ζήσης Ναούμ – Εκείνη την τελευταία μέρα

Ζήσης Ναούμ – Εκείνη την τελευταία μέρα

Εκείνη την τελευταία ημέρα, ο φύλακας άγγελος της, χάθηκε-εκπτωτος πια- στην βουή των δρόμων, κρατώντας στα χέρια του καρφιά και σφυρί. Γολγοθάς η επιστροφή του. Ζήσης Ναούμ – Εκείνη την τελευταία μέρα. Ζήσης Ναούμ – Εκείνη την τελευταία μέρα.
Πίσω, εκείνη στο κρεβάτι είχε γύρει το βλέμμα της στην μεγάλη τζαμαρία. Ένα κομμάτι γαλανου ουρανού και οι κορυφές των δέντρων απ’ το απέναντι πάρκο, στο οπτικό της πεδίο. Στ’ αυτιά της σαν ψίθυρος ο θόρυβος της λεωφόρου. Στο μυαλό της, στις αποσκευές της, τα πλέον απαραίτητα για το ταξίδι αμπαλαριζε.
Αυτός, καθισμένος στο κάτω μέρος του κρεβατιού έμεινε να κοιτάζει τα σωληνάκια με τα χρωματιστά υγρά που έρρεαν μέρες τώρα ψευδαισθήσεις στο αίμα της και στο μυαλό του.
Γύρισε το βλέμμα της επάνω του και του έκανε νόημα να κάτσει πιο κοντά. Υπάκουσε. “Εκείνη την Αμοργό…δεν προλάβαμε” του ψιθύρισε. Μουδιασε ο νους του, χαμήλωσε το κεφάλι…
“Έλα…μην μου πικρενεσε” συνέχισε εκείνη. “Δεν χωρά παράπονο, σ’ ένα τόσο δα βαλιτσακι…δεν χαραμίζω τον χώρο. Τις αλήθειες μου μόνο. Που πάντα έβρισκα γαλήνη στην αγκαλιά σου όταν με τρόμαζαν οι θύελλες των ανθρώπων και που χωραγε το χέρι μου στην χούφτα σου να με κρατάς όταν παραπατουσα. Και πιο πολύ εκείνο που μου ‘χες πει. Πως μ’αγαπας όπως ο Θεός την πίστη ή όπως του Θεού την πίστη; Δεν θυμάμαι πια, μα δεν πειράζει”
“Δεν πειράζει,όχι” σκέφτηκε αυτός. Και ένοιωσε, πως δεν μπορουσε να σώσει, τίποτα απ’ τα δύο.
“Μια χάρη μόνο…” συνέχισε εκείνη. ” Δεν θέλω να ανάβεις κερί στην μνήμη μου. Σε επέλεξα να είσαι η μνήμη μου. Θα σβήνεις ένα κερί στα γενέθλια σου. Να με πας όσο γίνεται πιο μακριά”
Αναστεναξε μια φορά και τρεμοπαιξε τα βλέφαρα της. “Θα κοιμηθώ τώρα…” είπε ήσυχα.
Αυτός είχε γίνει πια διάφανος. Ησύχασε που πρόλαβε να κλείσει τα μάτια της, πριν δει τα γκρεμιδια μέσα του.
Τις επόμενες ημέρες, κλουβί το μυαλό του και οι σκέψεις του, μαύρα πουλιά να φτεροκοπανε χωρίς μια διέξοδο.
Την δέκατη ημέρα ήρθε στον ύπνο του. Ότι ήταν σε κείνο το κρεβάτι καθιστή κι’ αυτός γονατιστός εμπρός της, προσπαθούσε να της φορέσει παπούτσια ενώ μέσα του αναρωτιόταν: “Τι την έπιασε κι’ έχει όλο το φευγιο στο νου της;” Σήκωσε το κεφάλι του και την είδε. Φορούσε γκρίζο νυχτικό και στα μαλλιά της είχε στάχτες. Το βλέμμα της ήταν θλιμμένο και στα χείλη της ένα πικρό χαμόγελο. Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε τα μαλλιά. Πετάχτηκε στον ύπνο του. Έτρεμε συγκορμος. Ένιωθε ακόμα το άγγιγμα του χεριού της. Όχι δεν ήταν όνειρο. Ντύθηκε, έβαλε τα παπούτσια του και βγήκε στην νύχτα. Όσο κι’ αν περπάτησε, δεν έλεγε να ξημερώσει.
Την επόμενη φορά βρέθηκε σ’ έναν σκοτεινό απροσδιόριστο χώρο. Δεν μπορούσε να δει τίποτα, ένιωθε όμως την παρουσία της. Ξάφνου άναψε ένα κερί. Ήταν σίγουρος πως εκείνη το κρατούσε, πλησίασε και άπλωσε το χέρι του να το πιάσει. Όμως το κερί απομακρύνθηκε. Έδεσε τότε τα χέρια πίσω από την πλάτη του πλησίασε και μ’ ένα φύσημα, έσβησε το κερί. Ένα παλευκο φως γέμισε για μια στιγμή τον χώρο κι’ ύστερα χάθηκε σε μια σχισμή ενός αοράτου τοίχου, αφήνοντας μια λεπτή ακτίνα σαν μονοπάτι προς την σχισμή. Ακολούθησε την ακτίνα, σίγουρος πως θα τον οδηγήσει ξανά στο φως. Έκτοτε σβήνει ένα κερί στα γενέθλια του, ξέροντας πια πως τα παπούτσια του πρώτου ονείρου, αυτός της τα φορούσε. Εκείνη του χάρισε μιαν ακτίνα φωτός να πορεύεται.
Καμμιά φορά πετάγεται απ’ τον ύπνο του νευριασμένος με τον εαυτό του, άμα βλέπει άλλους στα όνειρα του.
Μην έρθει εκείνη και δεν βρει τον χώρο της…. Ζήσης Ναούμ – Εκείνη την τελευταία μέρα. Ζήσης Ναούμ – Εκείνη την τελευταία μέρα
Ζήσης Ναούμ - Εκείνη την τελευταία μέρα
σχετικοί σύνδεσμοι: https://www.facebook.com/zisis.naoum.13

Written by

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».
Follow Me :

Contact Us