“Εμείς κι άλλοι” – τα καφενεία τους

“Εμείς κι άλλοι” – τα καφενεία τους
Του Ζήση Ναούμ
 “Άστο μωρ’ γέροντα να το χαρώ και γω μια μέρα”, το παράπονο της γιαγιάς μου.
“Να τ’αφικω να μαθ’ να ζυμών’ κι’ να φτιαν’ μπλατσαριες ή να γκιζιραει μπλετσουνι στ’ς μαχαλάδες μο βαβω;” την αποστομωνε ο παππούς και γω χαιρομουν. Κι’ ας αγαπούσα περισσότερο τη γιαγιά.
Έτσι πιάναμε στασίδι στον καφενέ πρωί-πρωι. Δυό καφενέδες είχε το χωριό. Όπως τους έβλεπες απ’ το έμπα του χωριού, απ’ τ’αριστερα ήταν των “εμείς” και δεξιά των “οι άλλοι”. Βέβαια παρ’ όλο που ήμουν 10-11 χρόνων, ήξερα πως για τους “άλλους”, “εμείς” ήταν αυτοί και “οι άλλοι” εμείς.
Τα καφενεία παρ’ όλο που είχαν κοινή αυλή, ήταν αυστηρά οριοθετημένα. Απαγορεύονταν οι προσμίξεις. Στο καφενείο των “άλλων” ο χωροφύλακας, ο δοτος πάρεδρος, ο υπάκουος δάσκαλος και ο νοικοκύρης μπακάλης με το τεφτέρι πάντα ανά χείρας, να το ανεμίζει προς πάσα κατεύθυνση. Ήταν και 5-6 σκόρπιοι ένα γύρω.
Στο καφενείο των “εμείς” είχε όσο να πεις περισσότερο κόσμο. Από παράδοση. Μέσα στους “εμείς” στα ακριανα τραπέζια, κάθονταν μερικοί από “εκείνους” και σ’ ένα τραπέζι μοναχός του κάθονταν ο άλλος μου παππούς “ο αφορεσμενος”. Όταν γύρισε την τελευταία φορά απ’ τις “διακοπές” του, φόρεσε στρογγυλά γυαλιά και άφησε μουστάκι κι ένα μικρό μούσι στο σαγόνι. Αν είχε μαλλιά στο επάνω της κεφαλής του, ίδιος ο Τρότσκι θα ήταν.
Με τον παππού μου των “εμείς” ήταν στα μαχαίρια. Μόνο εγώ πήγαινα και καθόμουν μαζί του. Κι ενώ ο παππούς των “εμείς” όλο για τα παλιά μου μιλούσε, ετούτος να μάθω γράμματα και να ταξιδέψω μου έλεγε. Έτσι θ’ ανοίξει ο νους σου, άμα καταλάβεις τις αλήθειες και των άλλων. Όπως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει μια κοινωνία, έτσι και μια κοινωνία δεν μπορεί να αλλάξει όλο τον κόσμο, μου έλεγε.
Τότε δεν καταλάβαινα, αλλά και τώρα, αφού δεν έμαθα πολλά γράμματα, ούτε πολυταξιδεμένος έγινα…ότι κατάλαβα…κατάλαβα.
Ήσυχα κατά τ’ άλλα περνούσαν οι μέρες, με τάβλι, ξερή και κολτσινα. Μια φορά μόνο ο παπάς που ήταν με τους “εμείς” κάτι είπε δυνατά για τα “κωλοπαιδα της Φριδερικης”. Αρπάχτηκε ο χωροφύλακας και του είπε πως θα τον ξυρίσει. Εκείνος του απάντησε πως θα του “κλάσει τον γκιονη”. Μπήκαν στην μέση οι πιο ψύχραιμοι, λύθηκε το ζήτημα. Έμαθα αργότερα πως ο παπα-βλασφημος -οπως τον έλεγαν οι νοικοκυραίοι- βρέθηκε στα σύνορα σ’ ένα αχουρι να λειτουργεί τους λύκους, για κάμποσα χρόνια. Μυαλό πάντως δεν έβαλε. Μ’ αυτό συγχωρεθηκε όταν ήρθε ο καιρός του.
Έξω απ’ τα καφενεία, οι “εμείς” με τους “άλλους” -αν εξαιρέσεις την εξουσία- είχαν κοινή ζωή. Το χιόνι, η βροχή, οι αέρηδες, η ξηρασία το ίδιο τους ζοριζαν. Έτρεχε ο ένας να βοηθήσει τον άλλο. Και κουμπαριες κάνανε και συμπεθεριασανε. Μόνο με τους “εκείνους” δεν θέλανε καμμιά σχέση οι “εμείς”. Και ειδικά με τον “αφορεσμενο”.
Έτσι πέρναγαν οι μέρες των καλοκαιριών μου, πέρναγαν και τα καλοκαίρια, πέρασαν και τα χρόνια, άλλαξαν και τα καφενεία. Καινούργιοι άνθρωποι, καινούργιες συνήθειες. Πλαστικές καρέκλες, πλαστικές σημαίες, πλαστικές σχέσεις. Όλα καλά. Ας είναι…
Ήρθε κι’ ο καιρός του “αφορεσμενου” παππού. Πήγα στο ριμαδιο του Νώντα να παραγγείλω το μνήμα. Μόλις τελείωσε το τσίπουρο και έφυγα, τράβηξα για το καλύβι του Λάμπρου. Χτύπησα την πόρτα και χωρίς να περιμένω απάντηση μπήκα μέσα. Μαζί με μένα μπήκε και το φως της ημέρας και σαν βρυκόλακας μαζεύτηκε εκείνος στο γιατακι του, βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπο του. “Ο καπετάνιος σου…πέρασε στην αλήθεια” του είπα. Κατέβασε αργά τα χέρια απ’ τα μάτια του και τα σταμάτησε στο στόμα να πνίξει έναν λυγμό. Έβγαλα το σακάκι μου και το ακούμπησα δίπλα του. “Μήπως το χρειαστείς…” είπα. Γύρισα την πλάτη, διαβηκα το κατώφλι και βγήκα στο πρωινό δρόσο. Με περονιασε…
Στο ξοδι 20-25 νοματαιοι. Απ’ τους παλιούς θαμώνες των καφενείων καμμιά δεκαριά. Αναμεικτοι. Δεν είχαν μείνει και πολλοί πια. Έριξα πρώτος χώμα και τράβηξα προς την έξοδο του κοιμητηρίου ανάβοντας τσιγάρο.
Εκεί στην εξώπορτα, στέκονταν ο “εμείς” παππούς, ο Λάμπρος με το σακάκι μου και ο Νώντας με τα ρούχα της δουλειάς. Όταν πέρασαν όλοι οι παραβρισκομενοι και τράβηξαν προς τα καφενεία για τον καφέ της παρηγοριάς, ξεκίνησαν οι τρεις τους για το μνήμα. Ενας- ένας με την σειρά, έριξαν από μια χούφτα χώμα. Στάθηκαν για ένα λεπτό σε στάση προσοχής. Ένδειξη τιμής στον παλιό τους καπετάνιο. Ύστερα ο Νώντας πήρε το φτυάρι και οι άλλοι δύο πέρασαν από μπροστά μου αμίλητοι. Στην έξοδο χωρίστηκαν πάλι. Αμίλητοι έφυγαν. Χωρίς καφέ .. χωρίς παρηγοριά… “Εμείς κι άλλοι” – τα καφενεία τους. “Εμείς κι άλλοι” – τα καφενεία τους. “Εμείς κι άλλοι” – τα καφενεία τους. “Εμείς κι άλλοι” – τα καφενεία τους

Written by

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».
Follow Me :

Contact Us