Ο Αργύρης Χιόνης μεταφράζει Μπουκόφσκι

Ο Αργύρης Χιόνης μεταφράζει Μπουκόφσκι

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΑ

Τη νύχτα που πέθαινα
ίδρωνα στο κρεβάτι
κι άκουγα τους γρύλους
κι ένα γατοκαυγά έξω απ’ το σπίτι
κι ένιωθα την ψυχή-μου να κυλάει στο στρώμα
και λίγο πριν φτάσει στο πάτωμα πετάχτηκα επάνω
ήταν σχεδόν αδύνατο να περπατήσω απ’ την αδυναμία
όμως περπάτησα ένα γύρο κι άναψα όλα τα φώτα
κι ύστερα σύρθηκα και πάλι στο κρεβάτι
και ξανά η ψυχή-μου κύλησε στο στρώμα
και πετάχτηκα επάνω
λίγο πριν φτάσει στο πάτωμα
περπάτησα ένα γύρο κι άναψα όλα τα φώτα
κι ύστερα γύρισα και πάλι στο κρεβάτι
και ξανακύλησε
και ξανασηκώθηκα
ανάβοντας όλα τα φώτα. Ο Αργύρης Χιόνης μεταφράζει Μπουκόφσκι.

είχα μια κόρη 7 χρονώ
κι ήμουνα σίγουρος ότι δε μ’ ήθελε νεκρό
αλλοιώς
δε θα χολόσκαγα

αλλά όλη αυτή τη νύχτα
κανείς δεν τηλεφώνησε
κανείς δεν ήρθε να με δει με μια μπιρίτσα
η γκόμενα δεν τηλεφώνησε
κι άκουγα τις φωνές των γρύλων έξω
κι έκανε κάψα
και συνέχισα το ίδιο βιολί
ξάπλωνα και πεταγόμουν όρθιος
μέχρι που οι πρώτες ηλιαχτίδες μπήκαν από το παράθυρο
ανάμεσ’ απ’ τους θάμνους
και τότε πήγα στο κρεβάτι
κι η ψυχή-μου επιτέλους αποφάσισε
να μείνει μέσα-μου
κι αφέθηκα στον ύπνο.
τώρα από επισκέψεις άλλο τίποτα
χτυπούνε πόρτες και παράθυρα
χτυπάει το τηλέφωνο
χτυπάει το τηλέφωνο πάλι και πάλι
ο ταχυδρόμος φέρνει γράμματα σπουδαία
γράμματα μίσους, γράμματα αγάπης.
τα πάντα είναι πάλι όπως πριν.

 

ΜΟΝΟΣ ΜΕ ΟΛΟΥΣ

Η σάρκα σκεπάζει τα κόκαλα
και κει μέσα φυτεμένη
μια σκέψη και
καμιά φορά μια ψυχή,
κι οι γυναίκες σπάνε
βάζα στα ντουβάρια
οι άντρες πίνουν
τον αγλέορα
και κανείς δεν βρίσκει τον
ΕΝΑ
συνεχίζουν όμως
να ψάχνουν
ξαπλωμένοι σε κρεβάτια
ή όρθιοι.
η σάρκα σκεπάζει
τα κόκαλα και η
σάρκα ψάχνει
για κάτι περισσότερο
από σάρκα.

καμιά απολύτως
ελπίδα:
είμαστε όλοι παγιδευμένοι
από μία παράξενη
μοίρα.

κανείς ποτέ δε βρίσκει
τον ΕΝΑ.

οι σκουπιδότοποι γεμίζουν
τα παλιατζίδικα γεμίζουν
τα τρελάδικα γεμίζουν
τα νοσοκομεία γεμίζουν
τίποτ’ άλλο
δε γεμίζει. Ο Αργύρης Χιόνης μεταφράζει Μπουκόφσκι.

Η ΦΑΤΣΑ ΕΝΟΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΦΙΣΑ

Νάτονε:
όχι πολλά μεθύσια
όχι πολλούς καβγάδες με γυναίκες
ελάχιστες φορές έμεινε από λάστιχο
ποτέ δε σκέφτηκε ν’ αυτοκτονήσει

όχι παραπάνω από τρεις πονόδοντους
ποτέ δεν έχασε το γεύμα-του
ποτέ δεν μπήκε στην στενή
ποτέ δεν ερωτεύτηκε

7 ζευγάρια παπούτσια

ένα γιο στο πανεπιστήμιο

εν’ αυτοκίνητο χρονιάρικο

ασφάλειες για τα πάντα

ένα καταπράσινο γκαζόν

σκουπιδοντενεκέδες με εφαρμοστά καπάκια

θα εκλεγεί

( η μετάφραση αυτή δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1981 στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «η λέξη»)
τα τρία ποιήματα αναδημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο Ασσόδυο

Written by

Γιάννης Δημογιάννης
Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».
Follow Me :

Contact Us