Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η κυρία μας 

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η κυρία μας 

Η κυρία μας είχε πράσινα μάτια. Ήταν  ψηλή, λεπτή κι όμορφη. Με μακριά μαλλιά και χέρια από βαμβάκι. Φορούσε ψηλές μπότες και λουλουδάτα φορέματα ή κοντές φούστες. Μια φορά μάλιστα την είδανε να φοράει παντελόνι, αλλά αυτό δεν πολυάρεσε στους χωριανούς και κυρίως στις χωριανές, όπως επίσης και που την είδανε μ’ έναν ξένο κύριο – αφού, όπως λέγανε, η κυρία μας ήταν ακόμα δεσποινίδα.

Βέβαια, η δική μας η κυρία δεν ήταν σαν τις άλλες τις κυρίες ή τις δεσποινίδες του δημοτικού. Τις στρίγγλες, τις άσχημες και τις κακές, που ’ξεραν μόνο να φωνάζουν, να φοβερίζουν και να χτυπάνε τα παιδιά. Και κάθε πρωί Δευτέρας, οι πιο πολλοί του δημοτικού κάνανε τους άρρωστους για να μείνουνε στο σπίτι ή προτιμούσαν ακόμη και τις αγροτικές δουλειές απ’ το να πηγαίνουν στο σχολείο.

Εμείς όμως, τα μεγάλα νήπια, σηκωνόμασταν με χαρά απ’ το κρεβάτι. Φορούσαμε την μπλε ποδιά, βάζαμε τα άσπρα γιακαδάκια, παίρναμε την τσάντα με το κολατσιό και πηγαίναμε στο νηπιαγωγείο. Μαθαίναμε τους αριθμούς, ξεχωρίζαμε τα γράμματα, λέγαμε τραγούδια και στο διάλειμμά παίζαμε κρυφτό, κυνηγητό και μπάλα. Όταν πάλι κάναμε αταξίες ή μιλούσαμε άσχημα ή μαλώναμε μεταξύ μας, στεκόμασταν για πέντε λεπτά τιμωρία σε μια γωνία. Αν το ξανακάναμε, τα πέντε λεπτά γίνονταν δέκα, και αν το ξανακάναμε τρίτη φορά γίνονταν δεκαπέντε.

Ας έλεγαν ό,τι ήθελαν οι άλλοι, μόνο εμένα αγαπούσε αυτή η κυρία και το ’χα πάρει απόφαση να παντρευτούμε. Όταν θα μεγάλωνα, εννοείται, και θα γινόμουνα ψηλός, λεπτός και όμορφος. Τότε θα ’χα δουλειά, θα ’βγαζα πολλά χρήματα, θα ’παιρνα αυτοκίνητο και θα πηγαίναμε συνέχεια βόλτες. Στο ζαχαροπλαστείο για υποβρύχιο, στη θάλασσα για μπάνιο και στο σινεμά για να δούμε ελληνικές ταινίες με τον Ηλιόπουλο, τον Φωτόπουλο, τον Βέγγο.

 

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης - Η κυρία μας Τις προάλλες έμαθα νέα της. Ελευθερία Αντωνιάδου, ετών 76, συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Κολλημένο σε μια κολώνα είδα το αγγελτήριο, σαν από λήθαργο ξύπνησε μέσα μου το όνομά της. Απέθεσα τις σακούλες του σούπερ μάρκετ με τα αναψυκτικά, τις μπίρες, τα μπέικον και τα τυριά-φέτα. Ιούλης μήνας, ντάλα ήλιος από πάνω κι εγώ να κοιτάζω σαν χάνος και να αποξεχνιέμαι.

Την αλλάξανε πριν απ’ το Πάσχα χωρίς προειδοποίηση, στη θέση της φέρανε μια άλλη νηπιαγωγό.  Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Αλλά θαρρώ ότι οι μεγάλοι έρωτες σε όποια ηλικία και αν τους ζεις λαθροβιούν στη μνήμη σου για πάντα – ακόμη και όταν έχουν βιολογικά πεθάνει. Δυστυχώς κουβαλάω μέσα μου αρκετά τέτοια πτώματα: μια Ματίνα, μια Ελένη, μια Άννα και τώρα πλέον μια κυρία Ελευθερία. Ενίοτε καθόμαστε αμίλητοι και κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα. Άλλοτε τις πιάνω απ’ το χέρι και πάμε καμία βόλτα στο πλατανόδασος. Κάποιες φορές κουβεντιάζω μαζί τους τις στιγμές που ζήσαμε ή στην περίπτωση της κυρίας Ελευθερίας τις στιγμές που δεν ζήσαμε. Σπανιότερα, ανοίγω υπαρξιακές και φιλοσοφικές συζητήσεις γύρω απ’ τα θέματα που μ’ απασχολούν. Όπως:

Άραγε, πού πηγαίνουν και τι κάνουν οι καλές μας οι κυρίες, όταν πεθαίνουν;

Έξυσα το μέτωπό μου, έσκυψα να σηκώσω τη σακούλα του σούπερ μάρκετ και άρχισα να βηματίζω με την παρήγορη ιδέα ότι οι καλές μας οι κυρίες είναι σαν τον δυνατό ήλιο του Ιούλη, θέλω να πω ότι ακόμη και όταν πεθαίνουνε δεν παύουν να σκορπούν το φως της γνώσης. Πιάνουν λοιπόν και στήνουν ανάμεσα στα σύννεφα υπαίθρια νηπιαγωγεία, για να προσέρχονται κάθε Δευτέρα τα μεγάλα νήπια του ουρανού και να μαθαίνουν αριθμούς και γράμματα. Και όταν χτυπάει το κουδούνι του διαλείμματος στέλνουνε τα αγόρια να παίξουν μπάλα και παίρνουν απ’ το χέρι τα κορίτσια σαν να ’τανε φιλεναδίτσες, πάνε και κάθονται στο κούτσουρο του δέντρου και λένε με τις ώρες τα κοριτσίστικά τους μυστικά για το ποιο αγόρι αγαπάνε, πότε θα το παντρευτούν και πόσα παιδιά θα κάνουνε μαζί του. Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η κυρία μας. Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η κυρία μας.

σχετικοί σύνδεσμοι: https://www.thebest.gr/article/474910-

https://www.facebook.com/epopteia.gr

Μπουκάι – Θα τον σκοτώσουμε τον πατέρα;

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης: Τα τελευταία μου κάλαντα

Σαρλ Μπωντλαίρ: “Τα άνθη του κακού”

 

 

Written by

Γιάννης Δημογιάννης
Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».
Follow Me :

Contact Us