Η χρυσή μάσκα της καθημερινότητας

Η χρυσή μάσκα της καθημερινότητας

Η χρυσή μάσκα της καθημερινότητας

του Παναγιώτη Χαλούλου

Είχε πολλά να κάνει σήμερα. Οι υποχρεώσεις τον βάραιναν, αισθανόταν να … σέρνεται, ειδικά όταν αναλογιζόταν την επίσκεψη στον βαριά άρρωστο πατέρα του. Δεν του ήταν εύκολο να τον παρηγορά, να του λέει τα κατά συνθήκη ψέματα που αρμόζουν στην περίπτωσή του, ότι όλα θα περάσουν και μια ανάμνηση κακιά θα είναι σε λίγα χρόνια! Ναι, σε λίγα χρόνια, ανάμνηση κακιά για τον ίδιο, όχι για τον πατέρα του, αφού είναι βέβαιο πως σε ένα το πολύ μήνα εκείνος δεν θα βρίσκεται ανάμεσά μας, εις Κύριον θα έχει αποδημήσει!… Αυτά σκέφτεται και δεν λέει να το πάρει απόφαση να ξεκουνήσει από τον καναπέ του σαλονιού, το «οχυρό» του!…

Χτύπησε το τηλέφωνο, απάντησε και σηκώθηκε σαν ελατήριο, αφού κάποιος του θύμισε ότι κάποια δουλειά δεν έπαιρνε αναβολή. Η κοπιαστική, κυρίως από ψυχολογικής πλευράς, μέρα άρχισε. Φόρεσε το χαμόγελο και βγήκε από την πόρτα.

Είχε πάντα ως εφεδρεία τη μάσκα την ευφρόσυνη για τις κοινωνικές εμφανίσεις. Την επιζωγράφιζε όπως επέβαλαν οι καταστάσεις, κατά περίπτωση. Ε, τι καλλιτέχνης είναι, αν δεν μπορεί να …σχεδιάζει προσωπεία, με την ίδια ευκολία που χρησιμοποιεί τα πινέλα της ζωγραφικής του, όταν δημιουργεί στο εργαστήριό του; Ναι, αλλά δεν πρέπει να έχει έμπνευση για δημιουργία; Γίνεται καλλιτέχνημα χωρίς έμπνευση, χωρίς κατάλληλο ερέθισμα; Είναι ζήτημα τεχνικής και μόνο;…

Αν, ίσως, διέθετε μια μάσκα χρυσή, όπως εκείνη η χρυσή προσωπίδα του Αγαμέμνονα, δεν θα ταίριαζε σε κάθε περίπτωση; Μα, εκείνη είναι μια νεκρική προσωπίδα, σκέφτηκε… Αλλά, αναλογίστηκε αμέσως μετά, μήπως μια ανάλογη μάσκα, ένα «χρυσό» προσωπείο κάλυπτε το βασιλικό του πρόσωπο καθημερινά όσο ζούσε; Γιατί ένας βασιλιάς έπρεπε να έχει εντυπωσιακό παρουσιαστικό, διαφορετικά πώς θα διατηρούσε το κύρος του ανάμεσα στους τόσους κρατικούς υπαλλήλους με τους οποίους συγχρωτιζόταν, πώς θα εντυπωσίαζε τους υπηκόους, ώστε να τον υπακούν, όπως όριζε η τάξη; Ήταν και οι απεσταλμένοι των άλλων κρατών που συναντούσε στα διακρατικά συμβούλια… Δεν ήταν λογικό στο πρόσωπό του να αντικατοπτρίζονται τα συναισθήματά του, δεν μπορούσε εκ του αξιώματός του να αφήνει γυμνό το πρόσωπο σε ό,τι τον ταλαιπωρούσε στα βάθη της ψυχής του, αν, για παράδειγμα, τον πίκρανε η βασίλισσα τη νύχτα στη συζυγική παστάδα, αντί να του γλυκάνει την καρδιά και με χάδια και φιλιά να τέρψει το βασιλικό σώμα και την ψυχή του! Μια χρυσή μάσκα ήταν ό,τι έπρεπε, λοιπόν, και, όπως παραμένει ανέκφραστη, ως παγερό μέταλλο, θα έλαμπε φωτίζοντας με επιβλητικό φως το αρχοντικό πρόσωπο. Ναι, σίγουρα ο Αγαμέμνων θα ήταν επιβλητικός με τη χρυσή μάσκα του, έτσι κατάφερε να επικρατήσει ανάμεσα στο πλήθος των βασιλιάδων της εποχής του, με αποτέλεσμα να γίνει αυτός αρχιστράτηγος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Και δεν έχασε την αίγλη του μέχρι σήμερα, αφού κράτησε για πάντα τη χρυσή προσωπίδα του μετά θάνατον.

Δεν ήταν υποκριτής, όχι, καλόπιστος ήταν και καλοδιάθετος. Δεν συμπαθούσε τον διευθυντή του, τον θεωρούσε καταπιεστικό, όχι πολύ δημοκρατικό – δεν ήθελε να τον παρουσιάζει ως αντιδημοκρατικό, προτιμούσε το σχήμα λιτότητας, ως πιο ήπιο χαρακτηρισμό – λόγω του χαρακτήρα του, έλεγε, όχι εξαιτίας της ιδεολογίας του. Πίστευε πως ο διευθυντής του θα είχε καλύτερη συμπεριφορά προς τους συναδέλφους, αν δεν είχε συνεργάτιδα την υποδιευθύντρια, μια υποκρίτρια, που σε πολλούς, όπως στον ίδιο, έλεγε «Καλημέρα» με μια μάσκα μειδιάματος στο ξερακιανό πρόσωπό της, ενώ ήταν βέβαιο ότι δεν τον συμπαθούσε, αλλά και ποιον συμπαθούσε εκείνη; Κάποιοι της είχαν δείξει ξεκάθαρα τι πίστευαν για το πρόσωπό της, άλλοι όμως σε κάθε συνάντηση μαζί της τη χαιρετούσαν φορώντας κι εκείνοι τη μάσκα τους !…

Στους τελευταίους αυτούς ανήκε κι εκείνος. Τη χαιρετούσε με ευφρόσυνη διάθεση. Ήταν διαλλακτικός, άλλωστε, και προσπαθούσε να μην έρχεται σε αντιπαραθέσεις, να μη δημιουργεί κόντρες, ώστε να τρέχει η δουλειά απρόσκοπτα και τα κατάφερνε μέχρι τώρα αρκετά καλά. Μήπως, λοιπόν, ήταν κονφορμιστής; Το σκεφτόταν καμιά φορά αυτό, φοβόταν πως αυτό θα πίστευαν οι άλλοι… Όμως όχι, αφού υπήρξε και μια περίπτωση, που προστάτεψε τα δικαιώματά του, όταν ο διευθυντής προσπάθησε να του κάνει υποδείξεις για τη δουλειά του στον τομέα του και υποψιάστηκε ότι τα κίνητρά του ήταν ιδεολογικά και, βέβαια, στο παρασκήνιο η γεροντοκόρη εκείνη, η υποδιευθύντρια, του είχε υποβάλει τις «συμβουλές». Με σθεναρότητα ξέκοψε τη συζήτηση ξεκαθαρίζοντας πως δεν έχει διάθεση για ιδεολογική συζήτηση, υποστηρίζοντας μάλιστα πως ξέρει πολύ καλά να κάνει τη δουλειά του στον τομέα και την ειδικότητά του!

Η μάσκα, λοιπόν, της ευφρόσυνης διάθεσης αποδείχθηκε αποτελεσματική και οι εργασιακές σχέσεις με όλους τους συνεργάτες έρρεαν με μια ομαλότητα, που διευκόλυνε τη συνεργασία και την παραγωγικότητα. Ήταν μια «χρυσή μάσκα», ένα κοινωνικό προσωπείο, που τον έδειχνε ευχάριστο στους άλλους και όλοι τον συμπαθούσαν. Χαίρονταν να συνεργάζονται μαζί του, μάλιστα πολλοί τον θεωρούσαν πρότυπο και αποζητούσαν τη φιλία του και μάλιστα τις συμβουλές του για τη σωστή και άνετη διεξαγωγή της εργασίας. Όταν αποφάσισε να αποσυρθεί από τα καθήκοντά του ο διευθυντής, όλοι περίμεναν να υποβάλει εκείνος υποψηφιότητα για τη θέση. Τον κολάκευε η ιδέα και φυσικά η προτίμηση των συναδέλφων του στο πρόσωπό του, η πίστη τους πως θα ήταν αποτελεσματικός και δίκαιος διευθυντής, πράγμα πολύ τιμητικό γι’ αυτόν. Αμφιταλαντεύτηκε, δεν ήθελε να λάβει γρήγορα αποφάσεις, τελικά όμως δεν υπέβαλε αίτηση. Γνώριζε καλά πόσο σε μια τέτοια θέση θα αναγκαζόταν κάποιες φορές να έλθει σε ρήξη με τωρινούς συνεργάτες.

Σχεδόν κάθε βδομάδα δυο-τρεις συνάδελφοι απουσίαζαν, για διάφορες αιτίες και δικαιολογίες, όχι πάντα πιστευτές. Θυμάται πόσο έμεινε έκπληκτος, όταν μια μέρα τηλεφώνησε κάποιος από το προσωπικό, για να ανακοινώσει ότι δεν θα έρθει για εργασία, επειδή γιόρταζε! Δεν είχε ζητήσει άδεια, απλώς ανακοίνωνε την «απόφασή» του να μην εργαστεί, ως …δικαίωμα «εορταστικής άδειας»! Με τέτοιους συναδέλφους φοβόταν πως δεν θα μπορούσε να είναι ευγενής και θα ερχόταν σε αντιπαράθεση. Τη ρήξη σχέσεων και με προϊσταμένους φοβόταν, σε περίπτωση που ίσως επενέβαιναν για εξυπηρέτηση «ημετέρων» τους διασκελίζοντας νόμους και υποσκελίζοντας πρόσωπα· τους ήξερε καλά κάποιους και δεν θα μπορούσε να διατηρήσει μαζί τους μάσκα ευγένειας, που θα έπρεπε να ονομάζεται της υποτέλειας, αν υπάκουε σε εντολές τους!… Με διάφορες τέτοιες σκέψεις ακύρωσε την ιδέα να ζητήσει τη διευθυντική θέση. Δεν τον πείραξε ιδιαίτερα, αρκεί να τα είχε καλά με τον εαυτό του!

Τι τα θυμόταν όλα αυτά σήμερα! Έτρεχε και δεν έφτανε με όσα έπρεπε να προλάβει. Κατάκοπος και ιδιαίτερα καθυστερημένα, σύμφωνα με όσα είχε κατά νου, έφτασε στο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν εδώ και καιρό ο πατέρας του. Σκεφτικός στους διαδρόμους φόρεσε τη γνωστή μάσκα χαμόγελου αισιοδοξίας μπαίνοντας στο θάλαμο. Χαιρέτησε με ένα αστείο, που είχε ετοιμάσει από πριν, απευθυνόμενος και στους τρεις ασθενείς του θαλάμου, χάιδεψε το ταλαιπωρημένο πρόσωπο του πατέρα και …τον βρήκε μια χαρά σήμερα, παρότι η όψη του έδειχνε σε χειρότερη κατάσταση από κάθε άλλη φορά! Αδύναμος ο άρρωστος με δυσκολία αντέδρασε στο χάδι και στη φωνή του γιου. Έμεινε να του κάνει παρέα αρκετές ώρες χωρίς να του αποσπάσει λέξη. Άλλες μέρες ελάχιστες κουβέντες αντάλλασσαν. Η κατάσταση, επομένως, έβαινε επιδεινούμενη!

Την επομένη τον ζήτησαν στο τηλέφωνο, ενώ βρισκόταν στην εργασία του. Ήταν από το νοσοκομείο, για να του ανακοινώσουν ότι ο πατέρας «έφυγε»!

Βγήκε στο δρόμο, ο ήλιος λαμπρός έπεσε στο σκοτεινιασμένο πρόσωπό του, πονούσε και δεν μπόρεσε να το κρύψει. Ξέσπασε ξαφνικά σε κλάματα, που τόσο καιρό συγκρατούσε.

Η χρυσή μάσκα του ήλιου, που κόλλησε στο πρόσωπό του, έδειχνε ξεκάθαρα την ψυχή του. Αυτή η χρυσή μάσκα τού ταίριαζε πραγματικά. Αυτή ήθελε πάντα να φορά, να μην υποχρεώνεται από τις εκάστοτε καταστάσεις που επέβαλαν τα κατά συνθήκη ψέματα…!

__

Το διήγημα μικρής φόρμας (flash fiction) «Η χρυσή μάσκα της καθημερινότητας» του Παναγιώτη Χαλούλου προκρίθηκε στη λογοτεχνική άμιλλα που οργάνωσε η πολιτισμική συλλογικότητα της Πάτρας «Αορτή» με θέμα «Μάσκα και πρόσωπο».

pic: Agamemnon Mask_ National Archaeological Museum Athens

το διήγημα του Παναγιώτη Χαλούλου αλιεύθηκε εδώ: https://aortipatras.blogspot.com/2021/04/blog-post_6.html?fbclid=IwAR1mhWU3qzTZONByqQf-g5L04S2X8Uhs-QuXaRK7OQ3sQ9HGOMSHF3_Uxxs

σχετικοί σύνδεσμοι: https://www.nostimonimar.gr/to-vals-tis-piisis-tasos-livaditis/

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η κυρία μας 

Ο πόνος πίσω από τις μάσκες

Νίκος Καρούζος της μοναχικής στράτευσης

Γκαμπριέλ Μαρκές, πεθαίνω αλλά αγαπώ

Written by

Γιάννης Δημογιάννης
Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».
Follow Me :

Contact Us