Θρησκευτικός προσηλυτισμός, χειραγώγηση και μυωπία

Θρησκευτικός προσηλυτισμός, χειραγώγηση και μυωπία

του Γιάννη Δημογιάννη

Μιλώντας για τους Ορθόδοξους Εβραίους εννοούμε π.χ αυτούς τους άνδρες που κυκλοφορούν συνήθως με μαύρα καπέλα και σακάκια/ παλτά στους δρόμους, ενώ στις παρίες τους (μάγουλα) κρατούν ακούρευτες τις μπούκλες των μαλλιών τους. Αυτή η εμφάνιση – κάτι σαν διαβατήριο θρησκευτικής πίστης – δε φανερώνει τίποτε παραπάνω, παρά την απόλυτη προσήλωσή τους, στα εβραϊκά Θρησκευτικά δόγματα. Οι περισσότεροι, μάλιστα, από αυτούς, προσεύχονται κατά παράδοση, στο τείχος των δακρύων της Ιερουσαλήμ, κουνώντας ρυθμικά, το κεφάλι τους, και διαβάζοντας τα ιερά τους κείμενα.

Σχετικά με την περίπτωσή τους, διαβάζουμε στην Βικιπαιδεία, ένα καθημερινό τους σενάριο… Προσκόλληση στη θρησκευτική παράδοση. Πίστη πως μόνον αυτοί εκφράζουν τη θεία αλήθεια, άρα απαξίωση των αλλόδοξων. Αντίθεση και απέχθεια στο σύγχρονο τρόπο ζωής. Συνοικέσια για το γάμο και σεξ, μονάχα για τεκνοποιία. Αντίδραση στη χειραφέτηση (ιδίως της γυναίκας). Απαξίωση στα δόγματα που εκφράζουν το διαφωτισμό, τον εκπολιτισμό. Επίσης, πολλοί Χαρεντί αντιτίθενται σε κάποιο βαθμό στη σύγχρονη τεχνολογία. Διότι ό,τι εν ολίγοις φανερώνει την πολιτισμική πρόοδο θεωρείται πρόκληση του Βελζεβούλ. Αυτοί οι τύποι, επομένως, με τα μαύρα καπέλα και τις μπούκλες στα μάγουλα, προφανώς συνδέονται με το υπερπέραν, οπότε φυσικό είναι να υποβλέπουν όλους τους υπόλοιπους σαν αμαρτωλούς.

Θρησκευτικός προσηλυτισμός, χειραγώγηση και μυωπία

Ο σωφρονισμός των νέων

Το θέμα είναι με ποιους τρόπους η προηγούμενη γενιά μυεί και «σωφρονίζει» την επόμενη γενιά, ώστε σταδιακά τα φιντάνια της να διακρίνουν τριγύρω τους, τα δώρα του πειρασμού. Ενδεικτικά, καταγράφω αυτούσια τη σκηνή από σχετική συνδρομητική σειρά, η οποία αναπαράγει τη ζωή αυτής της ορθόδοξης κοινότητας.

[Στη σκηνή, υποτίθεται, ένας πατέρας πηγαίνει σε μία ιερατική σχολή, για να γράψει το τελευταίο αγόρι της οικογένειας, προκειμένου να μυηθεί στην ιερή διδασκαλία. Για κακή όμως τύχη και των δύο, έχουν πάρει για τη μετακίνησή τους, ένα λεωφορείο. Οπότε, κατ’ ανάγκη υποχρεώνονται να έρθουν σε επαφή με πολλούς άλλους, κοσμικούς Εβραίους, όλους αυτούς δηλαδή που αντιπροσωπεύουν τους πειρασμούς του σύγχρονου πολιτισμού… Για παράδειγμα, μία γυναίκα θηλάζει προκλητικά το νεογέννητό της δημόσια, δίχως να ντρέπεται τους συνεπιβάτες. Κάποια παιδιά είναι απρεπώς ενδεδυμένα και ακούν ασεβή μουσική κ.ο.κ.

Οι πειρασμοί είναι επίμονοι, άρα ο πατέρας πρέπει να παρέμβει σαν πυροσβέστης, κάνοντας βέβαια και την απαραίτητη μετάφραση προς το βλαστάρι του, για να γίνει πειστικός. Αυτό που ενδιαφέρει είναι με ποιο τρόπο εξηγεί ο πατέρας τον τρόπο που θα αυτοπροφυλαχθεί το παιδί, ιδίως όταν αυτό θα βρεθεί μόνο του, στο λεωφορείο, άρα θα είναι ευάλωτο στην πολιορκία της αμαρτίας…

 Συμβουλεύει λοιπόν τον Βενιαμίν της οικογένειας Κίβε:

«Ξέρεις κάτι Κίβε. Όταν ο παππούς σου με πήγε στην πόλη, έκανε κάτι για να με βοηθήσει. Έβγαζε τα γυαλιά του και τα φορούσε σ’ εμένα. Έτσι δεν έβλεπε καλά ούτε αυτός, ούτε κι εγώ. Να το προσπαθήσουμε;»

«Μου πονάει τα μάτια; Δεν κάνει κακό στα μάτια μου;”

«Ξέρεις τι κάνει κακό στα μάτια; Να βλέπεις πράγματα που δεν πρέπει να βλέπεις. Αυτό βλάπτει τα μάτια. Τώρα πας στη ιερατική σχολή. Τα μάτια σου δε είναι τα μάτια οποιουδήποτε αγοριού. Χαράσσονται όλα στο μυαλό σου και δε θα σβήσουν ποτέ. Να προστατεύεις τα μάτια σου. Αυτό το δώρο είναι για εσένα. Για όταν θα παίρνεις το λεωφορείο, χωρίς εμένα και δε θα έχεις τα γυαλιά μου να σε βοηθήσουν. Πάντα να παίρνεις αυτό το βιβλίο ή όποιο βιβλίο – δεν έχει σημασία. Κράτα τα μάτια σου κολλημένα εκεί. Μην παίρνεις τα μάτια σου απ’ το βιβλίο. Έτσι ελέγχεις εσύ τα μάτια σου, όχι αυτά εσένα. Καταλαβαίνεις;…»

Ο Κίβε μόνος στη θάλασσα…

Αυτό όμως που έχει ενδιαφέρον είναι σε ποια δεινή θέση βρίσκεται ο Κίβε, όταν χρειάζεται πια να μετακινηθεί μόνος του, με το λεωφορείο, οπότε έρχεται αντιμέτωπος με τους αναρίθμητους πειρασμούς. Μία μέρα, μάλιστα, τα πράγματα γίνονται «αφόρητα», στο λεωφορείο, όταν κάθεται απέναντι από μία γυναίκα με αβυσσαλέο μίνι, η οποία δείχνει από τις στάσεις της πως ίσως και να έχει βαλθεί να βασανίσει τον αθωράκιστο ακόμα Κίβε.

Θρησκευτικός προσηλυτισμός, χειραγώγηση και μυωπία

Ο Κίβε κοινώς τα βρίσκει σκούρα, όσες φορές κι αν προσπάθησε να διαβάσει το ιερό βιβλίο, βλέποντας τη γυναίκα με το μίνι, γιατί όλως περιέργως μία ακατανίκητη, έμφυτη ορμή τον ωθεί να εστιάσει την προσοχή του, στην πέτρα του σκανδάλου… Δίχως να πιάνει τόπο καμία πατρική συμβουλή, για αποτροπή του πειρασμού. Ούτε το πατρικό τέχνασμα για μυωπικά γυαλιά, ούτε το επίμονο διάβασμα των ιερών βιβλίων.

Πολλές οι συγκρούσεις και οι ενοχές τον εξαναγκάζουν να νιώθει υπόλογος πρώτα στην πατρική επίκριση.

Οπότε, για να εξέλθει ο μικρός ορθόδοξος Εβραίος ανέγγιχτος από τη θάλασσα των πειρασμών, αναγκάζεται να πάει στον οφθαλμίατρο και να υποδυθεί πως πάσχει δήθεν από μυωπία. Με άλλα λόγια, να επικαλεστεί το τέχνασμα του πατέρα του, φορώντας νοερά τα δικά του μυωπικά γυαλιά, ώστε να υποκριθεί στον οφθαλμίατρο πως είναι τάχατες μύωψ, ίσως και πρεσβύωψ… ώστε να καταφέρει επιτυχώς να στραβωθεί από την παιδική του ηλικία, κιόλας. Με άλλα λόγια, υποβάλλει τον εαυτό του σε μία καταναγκαστική μορφή οπτικού στραβισμού, ώστε να γίνει αποδεκτός στην κοινότητα, αλλά κυρίως να γίνει αποδεκτός από τα παραμορφωμένα, δογματικά μάτια του πατέρα του.

Από εκεί και πέρα, ο καθένας ας αναλογιστεί πως λειτουργεί η χειραγώγηση, ο θρησκευτικός προσηλυτισμός και η αυτονεοχοποίηση. Γενικότερα, όλοι οι καρποί μίας ορθόδοξης υστερίας.

σχετικοί σύνδεσμοι: https://1-2.gr/2017/08/15/efta-antisymvatikes-panagies/

Μίλτος Σαχτούρης – τα θραύσματα του ανθρώπου

Ανάπηροι – όπως λέμε αόρατοι

Ρ. Κίπλινγκ: “Αν” (ποίημα)

Γκόρκι: η φλογερή καρδιά του Ντάνκο

 

Written by

Γιάννης Δημογιάννης
Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».
Follow Me :

Contact Us