Τάσος Λειβαδίτης: "Οι εραστές"

Τάσος Λειβαδίτης: “Οι εραστές”

Τάσος Λειβαδίτης: "Οι εραστές"

Τάσος Λειβαδίτης

Οι εραστές Τάσος Λειβαδίτης: “Οι εραστές” Τάσος Λειβαδίτης: “Οι εραστές”

Οι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα, όπου ο ένας πίνει τον άλλον.
Το πρωί πηγαίνουν σε ολοπόρφυρους, βασιλικούς δρόμους
και το βράδυ πλαγιάζουν σε κρεβάτια κι από θρύλους πιο βαθειά.
Κι αν καμιά φορά τους δεις να παραπατάνε
ή να παίρνουν μονοπάτια άγνωστα και μυθικά — μην ξαφνιαστείς,
γιατί οι εραστές είναι τυφλοί, με τα ωχρά τους βλέφαρα κλειστά
ο ένας απ’ τη λάμψη του άλλου. Οι εραστές δε βλέπουν,
μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δακτύλων τους είναι τα ίδια τα πελώρια,
τα πάντα έκπληκτα, μάτια του Θεού.

Τάσος Λειβαδίτης | Γυναίκες

Φτωχές γυναίκες,

μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,

τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες

εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,

γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,

νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά

πίσω από την αγνότητα,

την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία

πίσω απ’ την υπακοή.

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που

κρύβεται πίσω απ’ την κακία.

Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε

πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,

οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,

μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,

γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες

και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε

στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα

που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες

για να τους αρέσουμε –

αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο

το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,

κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’

τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.

Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….

Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,

τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;

Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,

πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…

λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε

παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;

Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και

την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-

κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,

κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,

ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,

κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.

Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει

γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν

παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν

ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-

με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα

στο εσωτερικό μας πάθος,

αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα

της μητρότητάς μας.

Από: Γυναίκες (Καντάτα 1960 – απόσπασμα), Ποίηση, τ. 1, εκδ. Κέδρος – Κεντρική φωτογραφία: Dorothea Lange, 1939

Written by

Γιάννης Δημογιάννης
Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».
Follow Me :

Contact Us